κρίνω


κρίνω
κρίνω / δια|κρίνω ['разбирать'] 1. различать, выделять; 2. разрешать спорный вопрос, судить

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κρίνω" в других словарях:

  • Κρινῶ — Κρινώ fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) Κρινώ fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρίνω — κρίνω, έκρινα βλ. πίν. 172 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κρίνω — ρ. μετβ. судить (о чем либо), считать, полагать, думать, высказывать мнение …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Κρινώ — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρίνω — (AM κρίνω, Μ και κρινίσκω) 1. νομίζω, θεωρώ, φρονώ (α. «έκρινε ότι δεν έχουμε δίκιο» β. «κρίνω σε νικᾱν», Αισχύλ.) 2. σχηματίζω γνώμη (α. «μην κρίνεις τους ανθρώπους από την εμφάνιση» β. «εξ ιδίων κρίνει τα αλλότρια» γ. «ἄκουσον και κρῑνον»,… …   Dictionary of Greek

  • κρίνω — κρίνον white lily neut nom/voc/acc dual κρίνον white lily neut gen sg (doric aeolic) κρί̱νω , κρίνω separate aor subj act 1st sg κρί̱νω , κρίνω separate pres subj act 1st sg κρί̱νω , κρίνω separate pres ind act 1st sg κρί̱νω , κρίνω separate aor… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρινῶ — κρῐνῶ , κρίνω separate aor subj pass 1st sg (attic epic doric) κρῐνῶ , κρίνω separate fut ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρίνω — [крино] р. считать, полагать, критиковать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κρίνω — έκρινα, κρίθηκα, κριμένος 1. σχηματίζω γνώμη, νομίζω, φρονώ: Έκρινα ότι η ενέργεια αυτή ήταν σωστή. 2. εκφέρω κρίση ως δικαστής, βγάζω απόφαση: Το δικαστήριο τον έκρινε αθώο. 3. διατυπώνω γνώμη για κάτι: Το έργο του κρίθηκε ευνοϊκά. 4. δίνω… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κρίνῳ — κρίνον white lily neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρῖνον — κρίνω separate aor imperat act 2nd sg κρίνω separate pres part act masc voc sg κρίνω separate pres part act neut nom/voc/acc sg κρίνω separate imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) κρίνω separate imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)